ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ: ΜΗΝΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Οι καρδιαγγειακές παθήσεις είναι μία από τις πιο κοινές αλλά ταυτόχρονα και από τις πιο περίπλοκες προκλήσεις για την υγεία ολόκληρου του πλανήτη. Ο Φεβρουάριος καθιερώθηκε ως μήνας ενημέρωσης του κοινού σχετικά με θέματα που αφορούν την καρδιαγγειακή υγεία σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο κ.α. στοχεύοντας έτσι, στην αύξηση ευαισθητοποίησης του κοινού.

Τα τελευταία 30 χρόνια, οι καρδιαγγειακές παθήσεις αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου παγκοσμίως καθώς και την κύρια αιτία θανάτου για άτομα ηλικίας 15 ετών και άνω. Οι καρδιαγγειακές παθήσεις ευθύνονται για περισσότερο από το ένα τρίτο των ετήσιων παγκόσμιων θανάτων και το 2019, περίπου 18 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους λόγω καρδιαγγειακών επιπλοκών. Ένα σημαντικό ποσοστό, 80% όλων των καρδιαγγειακών θανάτων, προκαλούνται από καρδιακή προσβολή ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Το 36% των θανάτων που προέρχονται από καρδιακή προσβολή και εγκεφαλικό επεισόδιο αφορά άτομα ηλικίας κάτω των 70 ετών.

Ο όρος καρδιαγγειακές παθήσεις αναφέρεται σε μια κατηγορία ασθενειών που σχετίζονται με την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία της. Μερικές από τις πιο κοινές παθήσεις είναι η καρδιακή ανεπάρκεια, η στεφανιαία νόσος (κοινώς γνωστή ως καρδιακή προσβολή), η υπέρταση και η εγκεφαλοαγγειακή νόσος (εγκεφαλικό επεισόδιο). Μέχρι τώρα, ο κίνδυνος ανάπτυξης μιας καρδιαγγειακής πάθησης υπολογιζόταν με βάση τους παράγοντες που καθορίζονταν από τον τρόπο ζωής, όπως ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ), το κάπνισμα, η σωματική αδράνεια και η υψηλή χοληστερόλη στο αίμα. Τα τελευταία χρόνια, μεγάλη έμφαση δίνεται και σε κληρονομικούς γενετικούς παράγοντες. Η έρευνα δείχνει ότι άτομα τα οποία μπορούν να κληρονομήσουν γενετικές μεταλλάξεις, θα μπορούσαν ενδεχομένως να αναπτύξουν ένα αποδυναμωμένο καρδιαγγειακό σύστημα.

Με τη χρήση καινοτόμων γενετικών τεστ έχουμε τη δυνατότητα να αναλύσουμε κύτταρα ή ιστούς και να αναζητήσουμε αλλαγές (μεταλλάξεις) σε γονίδια, χρωμοσώματα ή πρωτεΐνες. Αυτό μπορεί να αποτελέσει σημάδι-κλειδί για την παρουσία μιας ασθένειας ή πάθησης και να διαδραματίσει συνάμα ζωτικό ρόλο στην έγκαιρη διάγνωση. Οι άνθρωποι που διαγιγνώσκονται σε αρχικά στάδια έχουν πολύ καλύτερη πρόγνωση, καθώς μπορούν να υποβληθούν σε θεραπείες ή και να προσαρμοστούν σε σημαντικές αλλαγές ως προς τον τρόπο ζωής τους.

Είναι γνωστό πως το ένα τρίτο των παγκόσμιων καρδιακών προσβολών και εγκεφαλικών επεισοδίων μπορεί να προληφθεί. Οι Ο γενετικός έλεγχος για καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελεί μια αποτελεσματική και ακριβή μέθοδο για μια καλύτερη κλινική εικόνα της καρδιαγγειακή υγείας. Τα άτομα με κληρονομική γενετική μετάλλαξη έχουν προδιάθεση να αναπτύξουν μια απειλητική για τη ζωή, κατάσταση στο μέλλον. Η γενετική μετάλλαξη είναι παρούσα από τη γέννηση του κάθε ατόμου, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί οποιαδήποτε στιγμή. Ο γενετικός έλεγχος μπορεί να ενημερώσει τα άτομα τα οποία έχουν κίνδυνο εμφάνισης μιας καρδιαγγειακής νόσου, ώστε να βοηθήσει στην αποφυγή μελλοντικών επιπλοκών που ίσως να είναι μη αναστρέψιμες για την υγεία τους. Ο γενετικός έλεγχος συνιστάται από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρία και η Αμερικανική Ένωση Καρδιολογίας.

Η έγκαιρη ανίχνευση και η κλινική διαχείριση αποτελούν το κλειδί για την πρόληψη αιφνίδιων καρδιαγγειακών επεισοδίων. Τα κλινικά τεστ μπορούν να προσδιορίσουν άτομα υψηλού κινδύνου μέσω χημικής ανάλυσης βιολογικών δεικτών (βιοδεικτών). Ο βιοδείκτης είναι ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να μετρηθεί και να αξιολογηθεί ως δείκτης μιας βιολογικής κατάστασης. Κοινοί βιοδείκτες που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό ατόμων υψηλού κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις είναι η LDL-χοληστερόλη, η HDL-χοληστερόλη, η ολική χοληστερόλη, τα τριγλυκερίδια, οι απολιποπρωτεΐνες και τα επίπεδα φερριτίνης. Κάθε ένας από αυτούς τους βιοδείκτες χρησιμεύει ως ένδειξη και ανάλογα με τα επίπεδα στα οποία βρίσκεται, δίνονται συμβουλές ή φάρμακα για να περιορίσουν ή να εξαλείψουν τον κίνδυνο ανάπτυξης ή επιδείνωσης μιας καρδιαγγειακής νόσου.

Η επιστημονική έρευνα έχει οδηγήσει στην ανακάλυψη ενός ευρέος φάσματος βιοδεικτών που συνδέονται με τους καρδιαγγειακούς κινδύνους και αφορούν την υγεία και τη πρόληψη καρδιαγγειακών παθήσεων. Οι νέοι καρδιαγγειακοί βιοδείκτες περιλαμβάνουν ουσίες όπως ένζυμα, ορμόνες και πρωτεΐνες, που απελευθερώνονται στην κυκλοφορία του αίματος σε περιπτώσεις όπου ένα άτομο βρίσκεται σε κατάσταση στρες ή όταν ο καρδιακός μυς έχει υποστεί νέκρωση κάποιας περιοχής. Ένα παράδειγμα ενός νέου καρδιαγγειακού βιοδείκτη είναι η τροπονίνη, μια ομάδα πρωτεϊνών που ρυθμίζει τις συσπάσεις της καρδιάς και των σκελετικών μυών. Η τροπονίνη έχει υψηλής ευαισθησίας και μεγαλύτερης διάρκειας παρουσία στο αίμα από κάθε άλλο βιοδείκτης, καθιστώντας την πιο αξιόπιστη μέθοδο για τη διάγνωση μιας καρδιακής προσβολής. Η αιμοσφαιρίνη είναι ένας από τους πιο ευρέως μετρούμενους βιοδείκτες, καθώς αντανακλά έως και 3 μήνες επιπέδων γλυκόζης στο αίμα ασθενών που πάσχουν από διαβήτη. Η C-Αντιδρώσα Πρωτεΐνη είναι ένας ακόμα σημαντικός βιοδείκτης, καθότι δείχνει οποιαδήποτε σοβαρή συνεχιζόμενη φλεγμονή. Τέλος, το Νατριουρητικό πεπτίδιο Β-τύπου είναι ένας βιοδείκτης, ο οποίος εκκρίνεται και υποδεικνύει ότι ο καρδιακός μυς καταπονείται.

Οι εξελίξεις στην έρευνα και την ανάλυση των νέων βιοδεικτών, καθώς και οι γενετικοί έλεγχοι για τον εντοπισμό κληρονομικών γενετικών μεταλλάξεων, μπορούν να αποτελέσουν το κλειδί για την έγκαιρη ανίχνευση, την καλύτερη πρόγνωση και την αξιόπιστη κλινική διαχείριση των καρδιαγγειακών παθήσεων.