Η ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΩΣΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΕΓΚΑΙΡΗ ΚΑΙ ΑΚΡΙΒΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η ενδομητρίωση είναι μία χρόνια γυναικολογική πάθηση που έχει χαρακτηριστεί από πάσχουσες γυναίκες ως πιο επώδυνη από τον τοκετό

Endometriosis infographic 18.5x11-01.jpg

Ο Μάρτιος έχει καθιερωθεί από πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, ως ο Μήνας Ενημέρωσης για την Ενδομητρίωση. Η ενδομητρίωση είναι μία χρόνια προοδευτική γυναικολογική πάθηση που επηρεάζει 1 στις 10 γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας παγκοσμίως.

Η ονομασία της πάθησης προέρχεται από τη λέξη ενδομήτριο, τον βλεννογόνο ιστό που καλύπτει την εσωτερική κοιλότητα της μήτρας, όπου συσσωρεύεται στα πλαίσια της προετοιμασίας της εγκυμοσύνης ή αποβάλλεται κατά την έμμηνο ρύση. Όταν ο ενδομήτριος ιστός παρουσιάζεται εκτός της μήτρας, οδηγεί στην πάθηση που είναι γνωστή ως ενδομητρίωση. Ο ιστός αυτός, ανεξάρτητα από το πού εξαπλώνεται στο σώμα, διασπάται και αιμορραγεί όταν δεν έχει επιτευχθεί εγκυμοσύνη. Κατά συνέπεια, όταν έχει συσσωρευτεί ενδομήτριος ιστός σε όργανα εκτός της μήτρας, το αίμα εγκλωβίζεται, με αποτέλεσμα οι περιοχές γύρω από τον ιστό να εμφανίσουν φλεγμονή η διόγκωση. Τα πιο συχνά σημεία που εμφανίζεται η ενδομητρίωση είναι στα πυελικά όργανα (όργανα της λεκάνης) όπως οι ωοθήκες, οι σάλπιγγες και πίσω από τη μήτρα. Λιγότερο συχνά σημεία είναι το έντερο και η ουροδόχος κύστη, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις, εμφανίζεται εκτός των πυελικών οργάνων, για παράδειγμα στους πνεύμονες.

Τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης ποικίλουν σε ένταση. Αν και μερικές γυναίκες μπορεί να είναι ασυμπτωματικές, για άλλες ο πόνος μπορεί να είναι συνεχής, έντονος και εξουθενωτικός, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται σημαντικά η καθημερινότητά τους, η σωματική αλλά και η ψυχική τους υγεία. Το πιο κοινό σύμπτωμα της ενδομητρίωσης είναι ο πυελικός πόνος. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν έντονες κράμπες και έντονο πόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου αλλά και τις υπόλοιπες μέρες, όπως επίσης κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. Αν η ενδομητρίωση βρίσκεται εκτός των πυελικών οργάνων, μπορεί να παρουσιάσει συμπτώματα που αφορούν το όργανο που επηρεάζει. Εάν για παράδειγμα η ενδομητρίωση βρίσκεται στο ουροποιητικό σύστημα, ενδέχεται να παρατηρηθεί αίμα ή πόνος κατά την ούρηση.

Η ενδομητρίωση επηρεάζει σημαντικά τη γονιμότητα, αφού υπολογίζεται ότι το 30-40% των γυναικών με ενδομητρίωση παρουσιάζουν δυσκολία στην επίτευξη εγκυμοσύνης, καθιστώντας την πάθηση αυτή ως μία από τις τρεις κυριότερες αιτίες γυναικείας υπογονιμότητας. Επιπρόσθετα, μια γυναίκα με ενδομητρίωση έχει αυξημένες πιθανότητες να αντιμετωπίσει επιπλοκές, έως και αποβολή, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η ενδομητρίωση μπορεί να επηρεάσει τη γυναικεία γονιμότητα με διάφορους τρόπους, όπως συμφύσεις (ουλές) που μπορεί να αποκλείσουν τις σάλπιγγες, φλεγμονή των πυελικών οργάνων, ορμονικές αλλαγές, αλλοίωση της ποιότητας των ωαρίων και δυσκολία εμφύτευσης. Τις περισσότερες φορές, εάν η ενδομητρίωση είναι ήπιας ή μέτριας μορφής και αντιμετωπιστεί έγκαιρα, η υπογονιμότητα μπορεί να αντιστραφεί. Υπάρχουν όμως και μειωμένες περιπτώσεις όπου η υπογονιμότητα παραμένει, αλλά με τη χρήση Τεχνολογίας Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ART), όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση, μερικές γυναίκες καταφέρνουν να κυοφορήσουν.

Υπάρχουν πολλές θεωρίες για το τι προκαλεί την ενδομητρίωση, ωστόσο καμία από αυτές δεν εξηγεί πλήρως τους μηχανισμούς που οδηγούν σε αυτήν. Παρατηρήθηκε όμως ότι η ενδομητρίωση τείνει να εμφανίζεται ανάμεσα σε γυναίκες της ίδιας οικογένειας. Γενετικές μελέτες έχουν δείξει αυξημένη συχνότητα της πάθησης σε στενούς συγγενείς, κάτι που υποδηλώνει πιθανό πολυπαραγοντικό και πολυγονιδιακό τύπο κληρονομικότητας.

Παρά την υψηλή συχνότητα εμφάνισης της ενδομητρίωσης, για να επιτευχθεί σωστή διάγνωση χρειάζονται κατά μέσο όρο 7.5 χρόνια. Πολλές φορές, γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση διαγιγνώσκονται λανθασμένα με κύστες ωοθηκών ή φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα την παράταση μιας αποτελεσματικής κλινικής αντιμετώπισης. Για τη διάγνωση της ενδομητρίωσης πέρα από τη λήψη ιατρικού ιστορικού, συνηθίζεται να διενεργείται ιστολογική επαλήθευση με λαπαροσκόπηση.

Η κλινική αντιμετώπιση για ήπια συμπτώματα που δεν προκαλούν προβλήματα γονιμότητας ή όταν η γυναίκα πλησιάζει την εμμηνόπαυση, όπου τα συμπτώματα μπορεί να βελτιωθούν από μόνα τους, περιλαμβάνει παυσίπονα, ορμονική θεραπεία ή αντισυλληπτικά χάπια. Η ηλικία της γυναίκας, τα συμπτώματα που αντιμετωπίζει, τυχόν προηγούμενες θεραπείες και πιθανό πλάνο για εγκυμοσύνη στο σύντομο μέλλον λαμβάνονται υπόψη για το σχέδιο κλινικής διαχείρισης που θα ακολουθηθεί. Η χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση του ενδομήτριου ιστού, συμφύσεων ή του ουλώδους ιστού αποτελεί επιλογή όταν τα συμπτώματα επιδεινωθούν ή δεν υποχωρούν. Παρόλο που στο παρελθόν μια συχνή μέθοδος αντιμετώπισης της ενδομητρίωσης ήταν η αφαίρεση της μήτρας, πλέον δεν αποτελεί κατεξοχήν επιλογή, αφού πέρα από το γεγονός ότι η γυναίκα δεν θα έχει τη δυνατότητα να μείνει έγκυος, ενδέχεται εν τέλει να μη θεραπεύσει την πάθηση, με τα συμπτώματα και τον πόνο να επιστρέφουν σε μερικές περιπτώσεις.

Η ενδομητρίωση αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες γυναικείας νοσηλείας, ενώ έχει χαρακτηριστεί από πάσχουσες γυναίκες ως πιο επώδυνη από τον τοκετό. Η αργοπορημένη διάγνωση δυσκολεύει την επαρκή κλινική αντιμετώπιση και μπορεί να οδηγήσει σε μακροχρόνιες συνέπειες όπως απώλεια γονιμότητας και μόνιμη βλάβη σε πολλαπλά όργανα. Η ανάγκη για έγκαιρη και ακριβή διάγνωση είναι εμφανής, όπως επίσης και η εύρεση αποτελεσματικής θεραπείας που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες κάθε γυναίκας.

Οι πληροφορίες του παρόντος άρθρου βασίζονται στις πιο πρόσφατες διαθέσιμες επιστημονικές έρευνες και γνωστοποιήσεις κατά τη διάρκεια της δημοσίευσής του. Το περιεχόμενο του άρθρου προορίζεται μόνο για εκπαιδευτικούς σκοπούς και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο για τη λήψη ιατρικής συμβουλής.

Επιστημονικές αναφορές:

1) Taylor, H. S., Kotlyar, A. M., & Flores, V. A. (2021). Endometriosis is a chronic systemic disease: clinical challenges and novel innovations. The Lancet, 397(10276), 839–852. https://doi.org/10.1016/s0140-6736(21)00389-5

2) Dinsdale, N., Nepomnaschy, P., & Crespi, B. (2021). The evolutionary biology of endometriosis. Evolution, Medicine, and Public Health, 9(1), 174–191. https://doi.org/10.1093/emph/eoab008

3) Hansen, K. A., & Eyster, K. M. (2010). Genetics and Genomics of Endometriosis. Clinical Obstetrics & Gynecology, 53(2), 403–412. https://doi.org/10.1097/grf.0b013e3181db7ca1

4) Endometriosis UK. (n.d.). Understanding Endometriosis | Endometriosis UK. Retrieved February 2022, from https://www.endometriosis-uk.org/understanding-endometriosis

5) endometriosis.org. (n.d.). About endometriosis – Endometriosis.org. Retrieved February 2022, from https://endometriosis.org/endometriosis/

6) American College of Obstetricians and Gynecologists. (2021, February). Endometriosis. ACOG. Retrieved February 2022, from https://www.acog.org/womens-health/faqs/endometriosis

7) World Health Organization. (2021, March 31). Endometriosis. World Health Organization International. Retrieved February 2022, from https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/endometriosis

8) John Hopkins Medicine. (n.d.-b). Endometriosis. Retrieved February 2022, from https://www.hopkinsmedicine.org/health/conditions-and-diseases/endometriosis

9) NHS website. (2021b, November 18). Treatment. Nhs.Uk. Retrieved February 2022, from https://www.nhs.uk/conditions/endometriosis/treatment/

10) Koninckx, P. R., Ussia, A., Adamyan, L., Tahlak, M., Keckstein, J., Wattiez, A., & Martin, D. C. (2021). The epidemiology of endometriosis is poorly known as the pathophysiology and diagnosis are unclear. Best Practice & Research Clinical Obstetrics & Gynaecology, 71, 14–26. https://doi.org/10.1016/j.bpobgyn.2020.08.005